Το παραμύθι σύμφωνα με τη λαογραφία είναι μια φανταστική ιστορία, που διαθέτει έντονα τα στοιχεία του μαγικού, του υπερφυσικού και του απίθανου. Συνήθως έχει πρωταγωνιστές υπεράνθρωπα όντα (όπως γίγαντες, δράκους, νεράιδες, κ.ά.), αλλά και πρόσωπα ικανά μέσω μαγικών αντικειμένων ή προσωπικής δύναμης για υπεράνθρωπα κατορθώματα.

Στα παραμύθια είναι κυρίαρχη η διάσταση του απίστευτου. Το αφηγηματικό υλικό δεν είναι σε καμία περίπτωση συμβατό με την πραγματικότητα, είναι επινοημένο από τη φαντασία του αφηγητή και χρησιμοποιείται κυρίως για ψυχαγωγία και όχι για διδακτικούς σκοπούς. Αυτό είναι και το στοιχείο που διαφοροποιεί τα παραμύθια από τους εξίσου δημοφιλείς μύθους με ζώα, οι οποίοι είναι και το αρχαιότερο αφηγηματικό υλικό, κοινό σε όλους τους πρωτόγονους λαούς.

Το πρώτο παραμύθι που άκουσαν τα παιδιά ήταν συχνά δημιούργημα των μαμάδων ή των νταντάδων, το οποίο ήταν κάπως σύντομο και απλό και εξυπηρετούσε στο να αποκοιμηθεί το παιδί ευκολότερα.

Στην αρχαία Αθήνα μητέρες και τροφοί τραγουδούσαν στο παιδί όχι μόνο νανουρίσματα και τραγουδάκια, αλλά τους διηγούνταν, απ’ όταν έφθαναν σε ηλικία να τις καταλάβουν, ιστορίες της παραδόσεως. Αυτή ήταν η πρώτη διδασκαλία που λάβαιναν τα αγόρια.

Ξέρουμε, ότι τα ανυπάκουα παιδιά τα απειλούσαν με διάφορους “μπαμπούλες”, που τα ονόματά τους ήταν “Ακκώ, Αλφιτώ, Γελλώ, Γοργώ, Έμπουσα, Λάμια, Μορμώ ή Μορμολύκη, Εφιάλτης”, κοπάδι μεγάλο και τρομακτικό. Ο λύκος χρησίμευε κι αυτός σα φόβητρο, καθώς βλέπουμε από το μύθο του Αισώπου “O λύκος και η γριά”.

Στα φρόνιμα, όμως, παιδιά μητέρες και τροφοί συνήθιζαν να διηγούνται διασκεδαστικές ιστορίες, όπου τα ζώα είχαν τον πρώτο ρόλο (αυτούς τους αισώπειους μύθος, που ο Σωκράτης τους ήξερε απ' έξω μέχρι τα γεράματά του και προσπάθησε να τους κάνει στίχους μέσα στη φυλακή του, λίγο πριν πεθάνει). Από αυτούς τους μύθους έβγαινε ένα δίδαγμα, το δίδαγμα της πείρας, και κατά συνέπεια μια διδασκαλία.

Χωρίς αμφιβολία, μητέρες και τροφοί έμπαζαν, λίγο αργότερα, το παιδί στη μυθολογία και στους εθνικούς μύθους. Του μετέδιδαν αυτά που οι ίδιες είχαν μάθει στην παιδική τους ηλικία και αργότερα πηγαίνοντας στις θρησκευτικές γιορτές και βλέποντας έργα τέχνης. Τα ετοίμαζαν έτσι για τη μελέτη των ποιημάτων του Ομήρου και του Ησιόδου, που θα γίνονταν αργότερα από το δάσκαλο της ανάγνωσης (το γραμματιστή).

Στην αρχαία Ελλάδα οι παραμυθάδες ονομάζονταν “λογοποιοί” ή “μυθοποιοί”, ενώ στην αρχαία Ρώμη “αρεταλόγοι”. Στην Τουρκία ονομάζονταν “μεντάχ” και ήταν αυτοί που κρατούσαν άγρυπνους τους πιστούς τις νύχτες που διαρκούσε το ραμαζάνι.

Σήμερα, ο όρος παραμύθι, που αντιστοιχεί στους όρους της σύγχρονης λαογραφίας folktale (αγγλικά) και Volks-märchen (γερμανικά), χρησιμοποιείται όχι μόνο για τα κατεξοχήν μαγικά παραμύθια, αλλά και για τις διηγήσεις όπου δρουν άνθρωποι με το απλό και φυσικό μέτρο των δυνατοτήτων τους, για θρησκευτικές ή αστείες διηγήσεις.

Το 1910 ο Φιλανδός λαογράφος και φιλόλογος Άντι Άαρνε δημοσίευσε ένα διεθνή κατάλογο των λαϊκών διηγήσεων, τον οποίο μετέφρασε και εμπλούτισε ο Αμερικανός συνάδελφός του Στιθ Τόμσον το 1928. Ο κατάλογος αυτός ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη επιστημονική προσπάθεια να ταξινομηθούν οι διάφοροι τύποι παραμυθιών, αλλά και οι διάφορες παραλλαγές του ίδιου παραμυθιού, όπως εμφανίζονταν κατά καιρούς στο όριο ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη σύγχρονη παράδοση. Ο σύγχρονος διεθνής κατάλογος περιέχει περισσότερες από 2.500 αφηγήσεις διάφορων τύπων, που όμως όλες συγκεντρώνουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του παραμυθιού.

Η ανάγκη να συμπεριληφθούν κάτω από έναν γενικό κύκλο τα διάφορα είδη ήταν απόλυτα αναγκαία. Και αυτό γιατί, εκτός από τα διάφορα σημεία επαφής (δημοτικότητα, προφορική παράδοση, κ.ά.), πολλά από αυτά τα είδη είχαν κοινό ένα μεγάλο πρόβλημα! Το πρόβλημα της καταγωγής των παραμυθιών.

Τμήμα αυτού του προβλήματος είναι π.χ. το θέμα της ταυτότητας των διαφόρων μοτίβων ή θεμάτων, ακόμα και σε παραμύθια συγκεντρωμένα σε διαφορετικές εποχές και σε λαούς πολύ απομακρυσμένους μεταξύ τους.


Μαρία Βόλλη

yeskid.gr