Αριθ. Πρωτ.: 34938-13

Αθήνα, 30.11.2012



Προς: Υπουργό Παιδείας, κο Αρβανιτόπουλο Κωνσταντίνο



Θέμα: Κωδικοποίηση αιτημάτων σχετικά με το νόμο 4093/2012



Σε συνέχεια του υπομνήματός μας με αρ.πρωτ.34932-13, 29.11.2012, σας αποστέλλουμε και κωδικοποιημένα τα σχετικά αιτήματά μας.



1. Μεταβατικό στάδιο πριν την πλήρη εφαρμογή του νόμου 4093/2012 δύο ετών τουλάχιστον, προκειμένου οι αιφνιδιασθέντες δεκάδες χιλιάδες ενδιαφερόμενοι να προσαρμοστούν. Βεβαίως θεωρούμε ότι οι υπάρχουσες άδειες πρέπει να ανανεώνονται αυτοδίκαια όπως στο παρελθόν, εφόσον βέβαια δεν υπάρχει παράβαση ή μεταβολή στις προϋποθέσεις χορήγησής τους, βάσει του προηγούμενου καθεστώτος (π.χ. αλλαγή κτηρίου).



2. Η απαίτηση φορολογικής ενημερότητας, ασφαλιστικής ενημερότητας καθώς και πιστοποιητικό περί μη πτωχεύσεως δεν πρέπει να αποτελούν προϋποθέσεις για την χορήγηση άδειας για την είσοδο στην αγορά. Εκτός και αν αποτελεί προϋπόθεση και για όλες των άλλων ειδών επιχειρήσεις, δε δεχόμαστε επιλεκτική μεταχείριση για τους εκπαιδευτικούς φορείς. Για τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις θυμίζουμε ότι αποτελούν αντικείμενο άλλων υπουργείων και προβλέπονται αυτοτελείς κυρώσεις. Ουδέποτε ζητήσαμε διακριτική μεταχείριση σε αυτούς τους τομείς για τον κλάδο μας.



3. Να διευκρινιστεί ότι πρέπει να ζητείται η αρχική, νομίμως εκδοθείσα πολεοδομική άδεια. Εκτός και αν πιστεύετε ότι κτήρια κτισμένα το 1975 πρέπει να γκρεμιστούν ή να εκκενωθούν.



4. Οι προϋποθέσεις χορήγησης διαπίστωσης επαρκούς πυροπροστασίας πρέπει να καθοριστούν σαφώς διότι οι απαιτήσεις μπορούν να ποικίλουν και να διαφοροποιούνται από άλλη αρχή και ασφαλώς με τη διαπίστωση ελλείψεων πρέπει να δίνεται η δυνατότητα, με εύλογο χρονικό διάστημα, προσαρμογής.



5. Για οποιαδήποτε παράβαση, εκτός βέβαια από τα ποινικά αδικήματα που αποτελούν ασυμβίβαστο εφόσον βέβαια έχουν τελεσιδικήσει πρέπει να ισχύει ένα κλιμακωτό ποινολόγιο όπου αρχικά να γίνεται σύσταση για συμμόρφωση με εύλογο χρονικό διάστημα, να ακολουθεί επίπληξη και πρόστιμο, κλπ και η «εσχάτη» των ποινών δηλαδή η αφαίρεση άδειας ίδρυσης να ισχύει μέχρις συμμορφώσεως και όχι φυσικά να ισοδυναμεί με εξοστρακισμό από το επάγγελμα. Αφήνουμε χωρίς σχόλια την απαράδεκτη δεκαετία.



6. Να απαλειφθεί ότι η παράβαση θα καταλογίζεται σε βάρος του επιχειρηματία έστω και αν αυτή οφείλεται σε αμέλεια ή παράβαση της διοίκησης! Θυμίζει κάπως το «νίπτω τα χείρας μου του Πόντιου Πιλάτου».



7. Η εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό να ορίζει κατά το δοκούν τα προσόντα διδασκαλίας αν εξακολουθήσει να υπάρχει πρέπει να συμπεριλαμβάνει ρητή αναφορά ότι δεν πρέπει να θιγούν κεκτημένα δικαιώματα π.χ. επαρκειούχοι διδασκαλίας ξένων γλωσσών. Πρέπει επίσης, άμεσα να λυθεί το θέμα της κατάταξης των προσοντούχων, για διδασκαλία βάσει επάρκειας προσόντων που χορηγήθηκε με υπουργική απόφαση (κάθε χρόνο χορηγούνται 10.000 τέτοιες επάρκειες στο εθνικό πλαίσιο προσόντων, φανταστείτε τον αριθμό των ατόμων που σήμερα βιοπορίζονται από αυτό το επάγγελμα). Επίσης θα πρέπει να αναγνωριστεί σε αυτούς το δικαίωμα, εφόσον τους αναγνωρίζεται η ικανότητα να διδάσκουν, να μπορούν διδάξουν και σε άλλες δομές της μη τυπικής εκπαίδευσης.



8. Ο αποκλεισμός της δυνατότητας ίδρυσης εκπαιδευτηρίου από καθηγητή που έχει απολυθεί για αμέλεια ή ανεπάρκεια κατά την κρίση του εργοδότη πρέπει να απαλειφθεί.



9. Σε περίπτωση επιχορηγήσεων από τα προγράμματα ΕΣΠΑ για την εκμάθηση ξένων γλωσσών να υπάρξει διάλογος με τον κλάδο μας προκειμένου να μην εξαιρεθούμε και να συμβάλλουμε, αποτελεσματικά λόγω του μεγάλου αριθμού και της διασποράς σε όλη τη χώρα των κέντρων μας, στη γλωσσομάθεια των πολιτών και στην απορρόφηση κονδυλίων.



10. Αναφορικά με τις κτηριολογικές προδιαγραφές προτείνουμε:

α) Το ελάχιστο εμβαδό ανά μαθητή στις αίθουσες διδασκαλίας από 1,5 τ.μ να

επανέλθει στο μέχρι σήμερα ισχύον 1,2τ.μ

β) Τα 3 τ.μ. ανά μαθητή επί του συνόλου των μαθητών ανά ώρα να γίνει 2,5 τ.μ.

γ) Ο μέγιστος αριθμός μαθητών ανά ώρα από 75 να γίνει 100.

δ) Να αποσαφηνιστεί παρόλο που σαφώς εννοείται ότι ο αριθμός 1 W.C. ανά 30

σπουδαστές αναφέρεται στον συνολικό ανά ώρα αριθμό μαθητών.



Με εκτίμηση,



Ο Πρόεδρος Ο Γεν. Γραμματέας



Γ. Μιχαηλίδης Β. Κροντήρης