Η Ελλάδα αποδίδει μεγάλη σημασία στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού της. Μαζί με τη θρησκεία, η γλώσσα αντιπροσωπεύει μία από τις σημαντικότερες αξίες της Ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Η Ελληνική γλώσσα έχει συνυπάρξει για χιλιάδες χρόνια με άλλες γλώσσες. Οι γλωσσικές και πολιτιστικές επαφές ξεκίνησαν με την μετακίνηση (μικρών ή μεγάλων) εθνοτήτων, ιδιαίτερα μέσα στη βαλκανική περιοχή. Γλωσσικά χαρακτηριστικά από διάφορες βαλκανικές γλώσσες χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στη βόρεια Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος απο την ίδρυση του το 1824 και ακολουθώντας το ιδεολογικό πλαίσιο δημιουργίας των εθνών-κρατών στην Ευρώπη, δεν ασπάστηκε ποτέ την πολυγλωσσία και αυτοανακυρήχθηκε ομοιογενές και ελληνόφωνο έθνος – κράτος.

Η εκδοχή της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας από τα αρχαία Ελληνικά ερμηνεύθηκε με διαφορετικές αντιλήψεις και οδήγησε σε κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις που επέφεραν το γλωσσικό ζήτημα (διαμάχη μεταξύ Καθαρεύουσας και Δημοτικής), το οποίο επιλύθηκε το 1974 με την υιοθέτηση της Δημοτικής ως μόνης επίσημης γλώσσας του κράτους. Η Ελλάδα προσάρτησε εδάφη στο Βορρά με τους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου ξένες γλώσσες χρησιμοποιούνταν από ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού.

Παρόλα αυτά η διαδεδομένη τάση να αγνοείται η πολυγλωσσία στο εσωτερικό της χώρας είχε αντίκτυπο στη διαμόρφωση της γλωσσικής πολιτικής. Λόγω των γεγονότων της δεκαετίας του ’20, τα οποία επηρέασαν τόσο την Ελλάδα όσο και άλλες χώρες και υπό την πίεση διεθνών συνθηκών, υπήρξε μια βραχυπρόθεσμη πολιτική υπέρ των μειονοτικών γλωσσών. Μακροπρόθεσμα, εντούτοις, η γλωσσική πολιτική επανέρχεται στη γνωστή περιχαρακωμένη στάση της ενάντια των μειονοτικων γλωσσών και διαλέκτων.

Καθώς η Ελλάδα εντάσσεται στους ευρύτερους ευρωπαϊκούς θεσμούς και αξίες, έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί την αξία της πολυγλωσσίας. Οι παράγοντες κλειδί για αυτήν την εξέλιξη είναι η ένταξη της χώρας στη ΕΕ, η αυξημένη ματανάστευση και η ανάπτυξη των σχέσεων της Ελλάδας με τα Βαλκάνια. Η ΕΕ είναι υπέρ της ευρωπαϊκής πολυγλωσσίας (Συμβούλιο της Ευρώπης 2003,

Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 2003). Ο στόχος είναι να αμβλυνθείη έννοια του έθνους-κρατους και να προωθηθεί η ένωση σε οικονομικό, νομισματικό και πολιτικό επίπεδο. Επίσης να ενοποιηθούν τα ευρωπαϊκά νομικά συστήματα έτσι ώστε να προωθηθούν οι διασυνοριακές επαφές. Στην Ελλάδα επικρατεί μια μάλλον συντηρητική προσέγγιση στα γλωσσικά ζητήματα, η οποία είναι έκδηλη στην κοινωνία.

Από την μια υπάρχει έμφαση στα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας και της πολυπολιτισμικότητας (οι περισσότεροι Έλληνες γνωρίζουν ξένες γλώσσες μια που αποτελούν κλειδί στην έυρεση εργασίας) και απο την άλλη υπάρχει η ανησυχία για τη εθνική ταυτότητα (π.χ. η “εξασθένηση” των νέων ελληνικών από την νεολαία). Παρ’ όλα αυτά, η πολλυγλωσσία και ιδιαίτερα οι γλώσσες των μεταναστών από τρίτες χώρες ή από τα Βαλκάνια δεν εκτιμώνται σε μεγάλο βαθμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας των παιδιών των μεταναστών στο δημόσιο σχολείο εφαρμόζεται μετα δυσκολίας, παρόλο που υπάρχει χρηματοδότηση από την Ευρωπαική Ένωση. Εντούτοις, η νέα θέση της Ελλάδας μέσα στα Βαλκάνια και στην ΕΕ προδιαθέτει θετικά τους Έλληνες σε επαφές με άλλους πολιτισμούς.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η πρώτη ξένη γλώσσα που μαθαίνουν τα παιδιά είναι τα αγγλικά που είναι η κυρίαρχη διεθνής γλώσσα, ενώ τα γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, και γαλλικά αποτελούν δεύτερη επιλογή. Τα αγγλικά διδάσκονται ως υποχρεωτική πρώτη ξένη γλώσσα στα ελληνικά δημόσια σχολεία από τη τρίτη δημοτικού, και οι μαθητές πρέπει να επιλέξουν να μελετήσουν είτε τα γαλλικά είτε τα γερμανικά σαν δεύτερη ξένη γλώσσα τους από τη πέμπτη δημοτικού μέχρι το τέλος του Γυμνασίου. Πρόσφατα (στο σχολικό έτος του 2008/09), και σε δοκιμαστική βάση, τα Ιταλικά, Ισπανικά, Ρωσικά και τα Τούρκικα έχουν εισαχθεί ως περαιτέρω επιλογές στο Γυμνάσιο. Στο λύκειο, εντούτοις, ξένες γλώσσες που διδάσκονται σε δημοτικό και γυμνάσιο προσφέρονται μόνο ως επιλογή.

Τα κρατικά πανεπιστήμια παρέχουν μαθήματα επιλογής σε ευρωπαικες γλωσσες για να επιτρέψουν στους σπουδαστές όλων των σχολών να αποκτήσουν τις κατάλληλες γλωσσικές δεξιότητες.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό ποσοστό των ξένων μαθητών στα ελληνικά σχολεία, είναι αδύνατο να εφαρμοστούν παλαιότερου τύπου ελληνικές γλωσσικές πολιτικές, οι οποίες επικεντρώθηκαν απλώς στα ελληνικά ως μητρική γλώσσα στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό (Ελληνική διασπορά) και αγνόησαν την απαίτηση για τα ελληνικά ως ξένη ή δεύτερη γλώσσα. Γί’ αυτό βαθμιαία αρχιζει να εμφανίζεται μια καινοτόμος γλωσσική πολιτική για την προώθηση των ελληνικών ως δεύτερη γλώσσα.

Αναμφισβήτητα τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ, έχει υπάρξει μια επαναξιολόγηση της παραδοσιακής έννοιας της γλωσσικής πολιτικής. Αυτό που απαιτείται είναι μία γλωσσική πολιτική που να προωθεί τόσο την Ελληνική γλώσσα όσο και τις γλώσσες άλλων εθνοτήτων που εγκαθίστανται στη χώρα.

languagerichblog.eu