Η ικανότητά μας να μαθαίνουμε νέα πράγματα, να τα καταγράφουμε και να τα αποθηκεύουμε με τον πιο αποτελεσματικό και οικονομικό τρόπο στη μνήμη μας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της επιβίωσής μας.



Ο εγκέφαλος καλείται αδιαλείπτως να «ερμηνεύει», δηλαδή να νοηματοδοτεί τις πληροφορίες που προσλαμβάνει καταφεύγοντας σε όσα ήδη γνωρίζει, προκειμένου να «αποφασίσει» ποιες ενέργειες πρέπει να κάνει. Και αυτή η «εσωτερική» νοητική διεργασία είναι προφανώς ζωτικής σημασίας, αφού από αυτήν εξαρτάται αφενός η επιβίωσή μας και αφετέρου η ταυτότητά μας ως νοήμονων όντων.

Για παράδειγμα, όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με άγνωστες και ενδεχομένως δύσκολες καταστάσεις, μόνο η ανάκληση προγενέστερων συναφών εμπειριών που βρίσκονται αποθηκευμένες στη μνήμη μας μπορεί να μας προσφέρει τις πολύτιμες πληροφορίες που απαιτούνται για να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Με βάση λοιπόν τις αναμνήσεις μας επεξεργαζόμαστε όχι μόνο την εμπειρία του κόσμου που μας περιβάλλει αλλά και του ίδιου μας του εαυτού, καθώς αυτός μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου.

Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε με ποιους αδιαφανείς - και εν πολλοίς υποσυνείδητους - νευροψυχολογικούς μηχανισμούς κωδικοποιούμε, παγιώνουμε και ανακαλούμε τις αναμνήσεις μας.

Αρχείο χωρίς αρχειοθέτη

Σε κάθε ιστορική περίοδο η περιγραφή της λειτουργίας της μνήμης εμπνεόταν από την τεχνολογία αιχμής που η κάθε εποχή χρησιμοποιούσε για την καταγραφή της σκέψης.

Ετσι, για τους αρχαίους Ελληνες οι αναμνήσεις «αποτυπώνονται» μέσα μας όπως τα γράμματα σε μια κέρινη πλάκα. Κατά τον Μεσαίωνα, η κυρίαρχη μεταφορά για τη μνημονική λειτουργία ήταν η περγαμηνή, ενώ μετά την επινόηση της τυπογραφίας την παρομοίασαν με τυπωμένο βιβλίο. Πιο πρόσφατα, επικράτησαν διαδοχικά άλλες μεταφορές για τη λειτουργία της μνήμης: η φωτογραφική μηχανή, η μηχανή λήψεως, η βιντεοκάμερα και ο σκληρός δίσκος των υπολογιστών.

Η παρομοίωση της ανθρώπινης μνήμης με τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών έχει μάλιστα επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό την επιστημονική σκέψη της εποχής μας, ώστε να θεωρείται πλέον επιβεβλημένη η υιοθέτηση και της σχετικής ορολογίας: με περισσή ευκολία μιλάμε π.χ. για «κωδικοποίηση», «εγγραφή» και «ανάκτηση» πληροφοριών όταν περιγράφουμε τις βιολογικές διεργασίες της μνήμης.

Παρ' όλα αυτά, η βιωματική εικόνα που οι περισσότεροι από εμάς έχουν για τη λειτουργία της μνήμης δεν θυμίζει καθόλου τις παθητικές καταγραφές μιας φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής, ενός ημερολογίου και, ακόμη λιγότερο, τις ψηφιακές εγγραφές πληροφοριών στον σκληρό δίσκο (hard disk) ενός υπολογιστή!

Αντίθετα, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι πρόκειται για μια βιολογική-νοητική ικανότητα αποτύπωσης των σχέσεών μας με τον κόσμο: για ένα εύπλαστο δίκτυο «δια-συνδέσεων» μεταξύ προσώπων και αντικειμένων. Κάτι που επιβεβαιώνεται εξάλλου και από πλήθος ιατρικών παρατηρήσεων: ασθενείς οι οποίοι, εξαιτίας μιας νευρολογικής ασθένειας ή ενός σοβαρού ατυχήματος, έχουν απολέσει μεγάλο μέρος των μνημονικών ικανοτήτων τους χάνουν επίσης και κάθε δυνατότητα νοητικής «σχέσης» με τον κόσμο που τους περιβάλλει.

Συνήθως περιγράφουμε τη μνήμη ως την ικανότητα του νου να καταγράφει, να ταξινομεί και να αρχειοθετεί τις εμπειρίες μας με τον κόσμο και τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μας). Δεν φαίνεται όμως να μας προβληματίζει καθόλου το ότι ενδεχομένως αγνοούμε το «πού ακριβώς», το «πώς» ή το «ποιος» τελικά κάνει αυτή τη μνημονική αρχειοθέτηση.

Οπως θα δούμε, αυτή η εικόνα της μνήμης ως ενός εύτακτου και αμετάβλητου στο χρόνο «αρχείου» (κάτι σαν τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών) όχι μόνο είναι υπερβολικά απλοϊκή και άκρως παραπλανητική, αλλά προσκρούει και σε ό,τι έχει ανακαλύψει η σύγχρονη επιστήμη σχετικά με τη μνήμη.

Πράγματι, η διερεύνηση της μνήμης επικεντρώνεται σήμερα στη μελέτη των νευρωνικών συνάψεων και στο απέραντο δίκτυο που αυτές σχηματίζουν. Ενα εγκεφαλικό δίκτυο όπου καταγράφονται και «αρχειοθετούνται» (άλλοτε πρόσκαιρα και άλλοτε πιο μόνιμα) όλες οι αναμνήσεις μας.

Συνεπώς η ικανότητα του νευρικού μας συστήματος να σχηματίζει νέες αναμνήσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη λεγόμενη «συναπτική πλαστικότητα», δηλαδή από τη δυνατότητα του εγκεφάλου να σχηματίζει νέες συνάψεις ή να εξαλείφει παλαιότερες. Χάρη σε αυτή την πλαστικότητα το νευρικό μας σύστημα μπορεί να τροποποιεί τόσο τη δομή όσο και τη λειτουργία του ανάλογα με τις συνθήκες. Και οι ικανότητές του για μάθηση και μνήμη σε αυτήν ακριβώς την πλαστικότητα στηρίζονται!

Οι εκδηλώσεις της Μνημοσύνης

Η Μνημοσύνη κατά την αρχαιότητα ήταν μια αινιγματική θεότητα, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, που χάρη στην ερωτική συνεύρεσή της με τον Δία έφερε στον κόσμο τις Μούσες. Σήμερα ωστόσο, η Μνημοσύνη έχει εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί τα αιθέρια δώματα του Ολύμπου για να εγκατασταθεί οριστικά και αμετάκλητα στους μαιάνδρους του εγκεφάλου.

Αυτή η φαινομενικά ανίερη υποβάθμιση της μνήμης από θεότητα σε ταπεινή εγκεφαλική λειτουργία είχε δραματικές συνέπειες για τη γνώση των νοητικών φαινομένων, κυρίως όμως για την ανθρώπινη αυτογνωσία.

Οπως ήδη αναφέραμε, η ικανότητά μας να αφομοιώνουμε νέες πληροφορίες και να τις «παγιώνουμε» στη μνήμη μας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την ενότητα της ύπαρξής μας και τη συγκρότηση της ταυτότητάς μας.

Σύμφωνα με τους ειδικούς (νευροεπιστήμονες, νευροψυχολόγους) δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης μνήμης: η σχετική σταθερότητα και η μεγάλη πλαστικότητα. Η σταθερότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να διατηρηθούν οι νέες πληροφορίες, ενώ η πλαστικότητα επιτρέπει στον ανθρώπινο εγκέφαλο να μαθαίνει νέα πράγματα και κατ' αυτό τον τρόπο να προσαρμόζεται στην ευμετάβλητη πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, η ικανότητά μας να συγκρατούμε στη μνήμη μας έναν αριθμό τηλεφώνου, να οδηγούμε ένα αυτοκίνητο, να χορεύουμε τάνγκο ή να διηγούμαστε ένα επεισόδιο από τις καλοκαιρινές μας διακοπές είναι μερικά απλά παραδείγματα των εφαρμογών των σύνθετων μνημονικών μας ικανοτήτων.

Ωστόσο, όπως πρόσφατα απέδειξαν οι σχετικές έρευνες, κάθε μια από αυτές τις δεξιότητες απαιτεί έναν διαφορετικό τύπο μνήμης!

Το να θυμόμαστε για λίγο τον αριθμό τηλεφώνου που μόλις μας είπαν είναι ένα τυπικό παράδειγμα βραχύχρονης ή ενεργού μνήμης, που διαρκεί μερικά λεπτά ή ώρες.

Η μετατροπή αυτής της πρόσκαιρης μνήμης σε μια πιο μόνιμη, μακρόχρονη μνήμη (ημέρες, εβδομάδες ή χρόνια) είναι ένα επόμενο στάδιο, που εμπλέκει εντελώς διαφορετικές εγκεφαλικές δομές.

Εκτός όμως από αυτά τα δύο βασικά στάδια -της βραχύχρονης και της μακρόχρονης μνήμης- οι νευροεπιστήμονες αποκάλυψαν την ύπαρξη δύο τουλάχιστον επιπλέον τύπων μνήμης, οι οποίοι επίσης βασίζονται σε εντελώς διαφορετικά εγκεφαλικά κυκλώματα και μηχανισμούς.

Ουσιαστικά πρόκειται για δύο διαφορετικούς τύπους μακρόχρονης μνήμης: τη λεγόμενη διαδικαστική ή άδηλη μνήμη και τη δηλωτική ή έκδηλη μνήμη.

Χάρη στη διαδικαστική μνήμη μπορούμε να οδηγούμε αυτοκίνητο, ποδήλατο, να δένουμε τα κορδόνια των παπουτσιών μας ή να χορεύουμε χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε. Αυτές τις κινητικές, αντιληπτικές και γνωστικές δεξιότητες άπαξ και τις μάθουμε, δύσκολα τις ξεχνάμε και τις εκτελούμε σχεδόν αυτόματα, δηλαδή με ελάχιστη ή και καθόλου παρέμβαση της συνειδητής σκέψης.

Το ακριβώς αντίθετο ισχύει για τη δηλωτική ή έκδηλη μνήμη. Στην ενεργοποίηση αυτού του τύπου μνήμης εμπλέκεται πάντα η συνείδηση, ενώ και το περιεχόμενο των δηλωτικών αναμνήσεων έχει συνήθως γλωσσική δομή. Και γι' αυτό μπορούμε εύκολα να περιγράφουμε αυτόν τον τύπο μνήμης μέσω της γλώσσας.

Η ευκολία πρόσβασης σε αυτόν τον τύπο μνήμης μάς κάνει συχνά να παραβλέπουμε ή να υποτιμάμε τις άλλες μνημονικές ικανότητές μας οι οποίες, από τη φύση τους, δεν είναι συνειδητές ή γλωσσικά εκφράσιμες. Ετσι, ταυτίζουμε εσφαλμένα την ανθρώπινη μνήμη με τη δηλωτική μνήμη.

Οσο για το εγκεφαλικό υπόστρωμα και τους νευρωνικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης μνήμης, αυτά θα τα εξετάσουμε στο επόμενο άρθρο μας.

enet.gr