Ο πρόεδρος της Ενωσης Ιδιοκτητών Φροντιστηρίων Μέσης Εκπαίδευσης ν. Λάρισας κ. Χρήστος Βλούχος καταγγέλλει τεράστια διαφθορά και φοροδιαφυγή από επίορκους καθηγητές του δημόσιου σχολείου «Υπάρχουν καθηγητές που παραδίδουν ιδιαίτερα σε γκρουπ μαθητών σε διαμερίσματα που έχουν μετατρέψει σε αυτοσχέδια φροντιστήρια» καταγγέλλει ο κ. Βλούχος

Της Νατάσας Πολυγένη https://www.eleftheria.gr


Το φαινόμενο των παράνομων ιδιαίτερων μαθημάτων τόσο από αδιόριστους εκπαιδευτικούς όσο και από καθηγητές του Δημοσίου ανθεί και στη Λάρισα.

Τις τελευταίες ημέρες, ενόψει και της έναρξης της σχολικής χρονιάς, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανεβαίνουν αναρτήσεις εκπαιδευτικών που προσφέρουν ιδιαίτερα μαθήματα σε χαμηλές τιμές, ενώ εξίσου πολλοί είναι και οι γονείς που αναζητούν καθηγητές για τα παιδιά τους μέσω διαδικτύου.

Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας Ετήσιας Έκθεσης για την Εκπαίδευση 2017-2018 του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ, το ποσό που δαπανούν οι ελληνικές οικογένειες για τα ιδιαίτερα μαθήματα των παιδιών ανέρχεται σε 259 εκατομμύρια ευρώ. Δεν πρόκειται όμως για κάτι νέο, αλλά για μια κατάσταση που απλά χρόνο με τον χρόνο χειροτερεύει και όπως λέει στην «Ε.τ.Δ.» ο πρόεδρος Ένωσης Ιδιοκτητών Φροντιστηρίων Μέσης Εκπαίδευσης ν. Λάρισας κ. Χρήστος Βλούχος είναι πλέον ανεξέλεγκτη και φυσικά πλήττει σε μεγάλο βαθμό και τον θεσμό των φροντιστηρίων.

Ο κ. Βλούχος μιλά για επίορκους καθηγητές που το πρωί παραδίδουν μάθημα στο δημόσιο σχολείο και τα απογεύματα γυρνούν από σπίτι σε σπίτι για ιδιαίτερα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχουν φτάσει και στο σημείο να δημιουργούν αυτοσχέδια φροντιστήρια σε διαμερίσματα με γκρουπ μαθητών από την ίδια τους την τάξη. Ο πρόεδρος των Φροντιστηριούχων τονίζει ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο τεράστιας διαφθοράς και φοροδιαφυγής που μέχρι τώρα οι κυβερνήσεις δεν αγγίζουν και εξέφρασε την ελπίδα η νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας θα ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα.

Ειδικότερα, για το θέμα των ιδιαίτερων μαθημάτων ο κ. Βλούχος σημειώνει: «Δυστυχώς τα ιδιαίτερα αυτά μαθήματα δεν παραδίδονται μόνο από άνεργους πτυχιούχους διαφόρων ειδικοτήτων που αγωνίζονται για ένα πενιχρό εισόδημα με φθηνά μαθήματα των 5 ή 6 ευρώ την ώρα. Παραδίδονται και από πολλούς επίορκους καθηγητές, διορισμένους στο δημόσιο σχολείο. Τα παράνομα «μαύρα» ιδιαίτερα μαθήματα, είναι φαινόμενο εκτεταμένο στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα και δίχως υπερβολή ανεξέλεγκτο, αποτελούν την κατεξοχήν παραπαιδεία. Καθηγητές που διδάσκουν συνήθως σε λυκειακές τάξεις, μετά το τέλος της πρωινής τους εργασίας στο δημόσιο σχολείο γυρνούν από σπίτι σε σπίτι παραδίδοντας μαθήματα, ακόμη και σε μαθητές της τάξης τους. Κάποιοι άλλοι μάλιστα «γκρουπάρουν» τους μαθητές σε διαμερίσματα που έχουν μετατρέψει σε αυτοσχέδια φροντιστήρια. Μπορεί οι εκπαιδευτικοί αυτοί να αποτελούν μειοψηφία μπροστά στον μεγάλο όγκο των έντιμων εκπαιδευτικών που με τον μισθό τους ασκούν ευσυνείδητα το λειτούργημά τους και υφίστανται συχνά πραγματικό παραγκωνισμό από τους επίορκους εκπαιδευτικούς, αφού τους χαλούν την «πιάτσα» στα σχολεία που συνυπηρετούν. Τα κέρδη πολλά και η φοροδιαφυγή τεράστια. Μάλιστα μέτρο για το εύρος των ιδιαίτερων μαθημάτων σε μια περιοχή είναι ο αριθμός των νόμιμων φροντιστηρίων στην ίδια περιοχή. Όσο λιγότερα φροντιστήρια υπάρχουν, τόσο περισσότερα τα «μαύρα ιδιαίτερα». Μόνο σπάνιο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το φαινόμενο επίορκοι εκπαιδευτικοί να λειτουργούν ως «κύκλωμα» που παρεμποδίζει την ίδρυση ή και λειτουργία νόμιμων φροντιστηρίων, φτάνοντας ακόμα και στον εκβιασμό των μαθητών τους για μια θέση στα ακριβά γκρουπάκια τους.

ΔΕΛΕΑΡ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

Δέλεαρ για τους γονείς κάνουν την πολυετή πείρα τους ως διορθωτές στις πανελλαδικές, την «προσοχή» που πρέπει να δείξουν στις αδυναμίες του παιδιού, τη βελτίωση της βαθμολογίας τους, αφού οι μαθητές τους ξέρουν τα θέματα στις ενδοσχολικές εξετάσεις και γράφουν εικοσάρια, σε σχέση με όσους μαθητές δεν έχουν υποκύψει στην πίεσή τους και η πολιτεία εθελοτυφλεί μπροστά στην εκπαιδευτική διαφθορά. Πρόβλημα για τις περισσότερες κυβερνήσεις και τους υπουργούς αποτελούν τα νόμιμα φροντιστήρια, η «παραπαιδεία», η «πληγή της ελληνικής οικογένειας» όπως τα αποκαλούν. Για τα μαύρα ιδιαίτερα σιωπούν ή μιλούν μόνο για θέμα ηθικής τάξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εισαγγελέας μπορεί να παρέμβει μόνο με επώνυμη καταγγελία. Ακόμη όμως και αν το κάνει, ο νόμος δεν βοηθά για να τιμωρηθεί ο επίορκος καθηγητής αφού και επ’ αυτοφώρω να συλληφθεί να κάνει μάθημα σε μαθητές, οι γονείς τους παρουσιάζονται στο δικαστήριο για να δηλώσουν ότι διδάσκει στα παιδιά τους αφιλοκερδώς. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα ο καταγγέλλων μπορεί να βρεθεί στη θέση του κατηγορούμενου για συκοφαντική δυσφήμιση, ειδικά αν είναι φροντιστής. Τέτοια γεγονότα έχουμε ζήσει οι περισσότεροι σύλλογοι φροντιστών στην Ελλάδα».

Στο ερώτημα γιατί ένας γονιός να επιλέξει για το παιδί του το φροντιστήριο, ο κ. Βλούχος τονίζει:

«Στον αντίποδα του φαινομένου των μαύρων ιδιαίτερων μαθημάτων, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας στην επικράτεια λειτουργούν 2.500 περίπου νόμιμα φροντιστήρια. Σε αυτά φοιτούν κάθε χρόνο περίπου 150.000 μαθητές Λυκείου στην πλειοψηφία τους, εργάζονται 20.000 πτυχιούχοι καθηγητές, δίχως να υπολογίζονται οι υπάλληλοι γραφείου, οι επιχειρήσεις και επαγγελματίες που συνεργάζονται με τις εκπαιδευτικές φροντιστηριακές μονάδες. Αυτές καταβάλλουν ετησίως 300 εκατ. ευρώ, ενώ αποδίδουν στα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία κάθε χρόνο περίπου 200 εκατ. ευρώ και 60 εκατ. ευρώ στην εφορία.

Τα νόμιμα φροντιστήρια διαθέτουν και τηρούν ένα πρότυπο τρόπο οργάνωσης, μάλιστα πολλά από αυτά είναι πιστοποιημένα, παρακολουθούν αδιάλειπτα τις εξελίξεις στην εκπαιδευτική πραγματικότητα για να ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα, αναβαθμίζουν διαρκώς τον τρόπο λειτουργίας τους, διασφαλίζοντας την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους.

ΚΟΣΤΙΖΕΙ ΑΚΡΙΒΟΤΕΡΑ ΤΟ «ΜΑΥΡΟ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ»

Το ιδιαίτερο μάθημα ως μέσο προετοιμασίας για εξετάσεις, υστερεί έναντι του μαθήματος στη τάξην ενός νόμιμου και καλά οργανωμένου, με πεπειραμένους και εξειδικευμένους καθηγητές φροντιστηρίου. Δεν υπάρχει ο χρόνος για τις αναγκαίες γραπτές αξιολογήσεις, ο συναγωνισμός, η δυνατότητα ο μαθητής να συγκρίνει τις επιδόσεις του με αυτές άλλων μαθημάτων και να εκτιμήσει σωστά τις ικανότητές του, η άρτια γνώση του γνωστικού αντικειμένου από πλευράς εκπαιδευτικού, καθώς συχνά καθηγητές ιδιαίτερων αναλαμβάνουν τη διδασκαλία «πακέτου» μαθημάτων σε τιμές πακέτου».

Επιπρόσθετα, σημειώνει ότι «η ελληνική οικογένεια χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι το ιδιαίτερο μάθημα όχι μόνον δεν συμφέρει αλλά κοστίζει ακριβά, κυρίως το «μαύρο» ιδιαίτερο. Πρόκειται για δραστηριότητα που κινείται στο περιθώριο της εκπαιδευτικής ζωής, δεν ελέγχεται από καμία αρχή, απορροφά τεράστια ποσά αφορολόγητου χρήματος, δεν αποδίδει την παραμικρή εισφορά σε κανένα ασφαλιστικό ταμείο, λειτουργεί σε ένα πλαίσιο αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι σε κάθε μορφής νόμιμη εκπαίδευση. Παράγει αμφίβολης ποιότητας εκπαιδευτικές υπηρεσίες που ποτέ δεν αξιολογούνται. Τα ιδιαίτερα μαθήματα που παραδίδουν οι εκπαιδευτικοί του δημόσιου σχολείου σε μαθητές και κυρίως σε μαθητές της τάξης τους, περνούν λάθος μηνύματα σε αυτούς, ξένα ως προς τις αξίες και τους σκοπούς της εκπαίδευσης». Καταλήγοντας, τονίζει, ότι η ευθύνη της συνειδητοποίησης βαραίνει κυρίως την ελληνική πολιτεία και ιδιαίτερα το Υπουργείο Παιδείας, αναφέροντας «Ως νόμιμοι εκπαιδευτικοί φροντιστές, ως πολίτες και γονείς ελπίζουμε ότι η νέα υπουργός Παιδείας θα καταστήσει την αντιμετώπιση των «μαύρων» ιδιαίτερων, κυρίως αυτών που παραδίδουν επίορκοι δημόσιοι λειτουργοί, μια από τις πρώτες προτεραιότητες της εκπαιδευτικής της πολιτικής».