Η δυσλεξία είναι μια ειδική μαθησιακή δυσκολία που απαιτεί κατάλληλη και άμεση παρέμβαση. Όταν αυτή η παρέμβαση παρέχεται, οι μαθητές μπορούν να διευκολυνθούν στη διαδικασία της μάθησης. Αυτό ισχύει τόσο για τη μητρική όσο και για τις ξένες γλώσσες.

Οι ακόλουθες βασικές αρχές είναι θεμελιώδεις (Stowe, 2009):

• Οι μαθητές με δυσλεξία και μαθησιακές δυσκολίες μπορούν να μάθουν και να γίνουν πολύ επιτυχημένοι στη ζωή

• Ποτέ δεν είναι αργά, για κατάλληλη παρέμβαση

• Ειδικές δεξιότητες συνυπάρχουν ως μέρος αυτής της ειδικής μαθησιακής δυσκολίας - σημαντικό είναι να μην εκλαμβάνονται ως αδυναμία αλλά να αποτελούν σημείο στήριξης κατά τη διαδικασία της μάθησης.

Η δυσλεξία επηρρεάζει την ικανότητα του ατόμου να διαχειριστεί τη γλώσσα, είτε σε προφορικό επίπεδο είτε σε γραπτό, έχοντας δυσκολίες στην κατανόηση, στην ανάκλιση και οργάνωση πληροφοριών, καθώς και στη χρήση λεκτικών συμβόλων. Εξαιτίας αυτού, πολλές βασικές δεξιότητες μπορεί να επηρεαστούν, ειδικά η ανάγνωση και η γραφή, η ορθογραφία και ο τρόπος γραφής. Πιο συγκεκριμένα, τα σημεία εκείνα στα οποία παρουσιάζονται προβλήματα είναι συνήθως αυτά στα οποία η ελληνική γλώσσα παρουσιάζει ιδιαιτερότητες (Πόρποδας, 1993) στη γραφή και τη σύνταξη, εν συγκρίσει με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες, και πιο συγκεκριμένα με την Αγγλική, στην οποία και θα γίνει αναφορά, ως πρώτη ξένη γλώσσα στη χώρα μας.

Η ελληνική γλώσσα έχει σε μεγάλο βαθμό φωνητική γραφή, με την ιδιομορφία οτι κάποιοι φθόγγοι παρουσιάζονται με διαφορετικά γράμματα, ενώ η Αγγλική είναι μόνο εν μέρει φωνητική (Πόρποδας, 1993).

Επιπλέον, ένα ακόμα σημείο στο οποίο αξίζει να γίνει αναφορά ειναι διαφορές στη γραμματική και συντακτική δομή, όπου στη γλώσσα μας το ρήμα αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της πρότασης γύρω από το οποίο στρέφονται τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Αντίθετα, η αγγλική γλώσσα έχει αδύνατο ρήμα που στηρίζεται πάντα στην προσωπική αντωνυμία.

Πρόβλημα υπάρχει επίσης και με τις προθέσεις όπου στην ελληνική γλώσσα δεν ξεχωρίζουν στάση ή κίνηση, τόπο ή κατεύθυνση. Αντίθετα, στα αγγλικά τα παραπάνω αποδίδονται με διαφορετικές προθέσεις. Μια από τις συνέπειες των διαφορών αυτών ειναι πως, αυθόρμητα, πολλές φορές ο μαθητής προσπαθεί να μεταφέρει δομές της ελληνικής γλώσσας στην αγγλική. Υπάρχουν πολλές ακόμα ιδιαιτερότητες -και είναι γνωστές στους διδάσκοντες της Αγγλικής γλώσσας-, οι οποίες δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν εδώ, αλλά είναι υψίστης σημασίας κατά τη διδασκαλία της. Όσον αφορά τις μεθόδους διδασκαλίας- Ακουστική -γλωσσική μέθοδος, Οπτικόακουστική μέθοδος, Γνωστική Θεωρία της Μάθησης (Chomsky) – υπάρχει ένας πλουραλισμός μεθόδων (Πόρποδας, 1993) συναφής με τις εκάστοτε καταστάσεις. Σύμφωνα με έρευνες, ο τρόπος μάθησης και η εφαρμογή της κατάλληλης μεθόδου εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες. Η διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας, ιδιαίτερα σε δυσλεκτικούς μαθητές και γενικά σε μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, νοείται αποτελεσματική μόνο με συγκερασμό δομικών ασκήσεων, στηρίγματα οπτικών ερεθισμάτων και χρήση γλωσσικών κανόνων (Πόρποδας, 1993).

Δεν είναι απαραίτητο να παρουσιαστούν δυσκολίες στην αγγλική γλώσσα στους μαθητές που έχουν δυσλεξία στη μητρική τους γλώσσα, παρ’όλα αυτά είναι συχνό φαινόμενο. Επιπλέον, κάποιες φορές η δυσλεξία ανακαλύπτεται λόγω ανεξήγητων δυσκολιών που παρουσιάζει ο μαθητής στα αγγλικά.

Τέλος, σκόπιμο θα είναι να αναφερθούν μερικά χαρακτηριστικά της δυσλεξίας στα αγγλικά:

α) Προβλήματα στην ακουστική σύλληψη και διάκριση

β)Προβλήματα στην οπτική σύλληψη και συγκράτηση στην μακροπρόθεσμη μνήμη

γ) προβλήματα στην ανάγνωση κα γραφή

δ) προβλήματα στον προσανατολισμό στο χώρο (laterality)

Ως συμπέρασμα, ο βαθμός της παρέμβασης που απαιτείται εξαρτάται από:

• Το βαθμό της μαθησιακής δυσκολίας που έχει ο μαθητής

• Το πόσες ακαδημαϊκές πτυχές επηρρεάζονται από τη δυσκολία

• Τα συναισθηματικά και συμπεριφοριστικά ζητήματα που επηρρεάζουν το μαθητή

Οι περισσότεροι μαθητές με δυσλεξία έχουν ανάγκη κάποιου είδους παρέμβασης στην αγγλική γλώσσα. Οι περισσότεροι απ’αυτούς είναι ευφυείς αλλά δεν θα μπορέσουν να αποδώσουν το μέγιστο των ικανοτήτων τους, εκτός εάν χρησιμοποιήσουμε στρατηγικές ανταμοιβής που θα τους επιτρέψουν να αξιοποιήσουν την πραγματική νοητική δυναμική τους. Αυτοί οι μαθητές χρειάζεται να δουλέψουν με το δικό τους ρυθμό αξιοποιώντας τις ισχυρές προσαρμοστικές τους ικανότητες προκειμένου να βελτιώσουν τις αδυναμίες τους. Οι περισσότεροι μαθητές με δυσλεξία ή κάποια μορφή μαθησιακής δυσκολίας έχουν γευθεί την αποτυχία σε μαθησιακό επίπεδο και συνεπώς έχουν μεγάλες ανασφάλειες ως προς την ικανότητά τους να επιτύχουν. Παρ’όλα αυτά είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν πολύ σκληρά, ειδικά σε ένα καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα υποστήριξης.

Η διδασκαλία σε μαθητές με δυσλεξία μπορεί να είναι μια συναρπαστική εμπειρία, η οποία προσφέρει ηθική ανταμοιβή στον διδάσκοντα. Μαθητές με δυσλεξία κάθε ηλικίας, από βρέφη ως ενήλικες, μπορούν να μάθουν αν τους παρασχεθεί η κατάλληλη παρέμβαση, χρησιμοποιώντας τα ταλέντα τους και αξιοποιώντας τις δυνατότητές τους στο έπακρον.


Νίκη Ηλιοπούλου