Η οργανωμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση στην Ελλάδα αποτελεί πλέον έναν από τους πιο καθοριστικούς πυλώνες του εκπαιδευτικού συστήματος, με έντονο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Το νέο βιβλίο του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ, που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, καταγράφει με συστηματικό τρόπο το φαινόμενο, βασισμένο σε τριετή πανελλαδική έρευνα, τα βασικά ευρήματα της οποίας είχαν ήδη παρουσιαστεί τον Μάρτιο του 2025.
Η μελέτη επιχειρεί μια ολοκληρωμένη και πολυμεθοδική ανάλυση της λεγόμενης «σκιώδους εκπαίδευσης», φωτίζοντας όχι μόνο τα οικονομικά δεδομένα αλλά και τις ιστορικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές διαστάσεις του φαινομένου, το οποίο επηρεάζει πλέον σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια.
Το φροντιστήριο ως παράλληλο σχολείο
Η φροντιστηριακή εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πρόσφατη εξέλιξη, αλλά ένα φαινόμενο με ιστορική συνέχεια που ξεκινά ήδη από τον 17ο αιώνα. Μέσα από τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις, τα φροντιστήρια διαμορφώθηκαν ως ένας σταθερός μηχανισμός εξωσχολικής υποστήριξης, ενσωματωμένος στην εκπαιδευτική κουλτούρα της χώρας.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα της παιδείας, το φροντιστήριο λειτουργεί ως «παράλληλο σχολείο», καλύπτοντας αδυναμίες του δημόσιου συστήματος και, σε αρκετές περιπτώσεις, υποκαθιστώντας το. Ένα σημαντικό μέρος γονέων και μαθητών θεωρεί ότι η επιτυχία στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι δύσκολη χωρίς αυτή τη μορφή υποστήριξης.
Πανελλήνιες εξετάσεις και οικογενειακή πίεση
Ο βασικός παράγοντας που τροφοδοτεί τη φροντιστηριακή αγορά είναι το εξεταστικοκεντρικό σύστημα. Οι πανελλήνιες εξετάσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές των οικογενειών, δημιουργώντας μια έντονη ανάγκη για πρόσθετη εκπαιδευτική ενίσχυση.
Οι γονείς στρέφονται στα φροντιστήρια όχι μόνο για την προετοιμασία των παιδιών τους, αλλά και για την κάλυψη κενών του σχολείου, την καλύτερη οργάνωση της μελέτης και τη διαχείριση του άγχους. Η επιλογή αυτή συνδέεται με την επιθυμία για κοινωνική ανέλιξη, αλλά και με την πίεση που ασκεί το σύστημα εξετάσεων.
614 εκατομμύρια ευρώ και έντονες ανισότητες
Το οικονομικό αποτύπωμα του φαινομένου είναι ιδιαίτερα υψηλό. Το 2023 οι ελληνικές οικογένειες δαπάνησαν 614 εκατομμύρια ευρώ για φροντιστήρια, το υψηλότερο ποσό της τελευταίας δεκαετίας, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Η μέση μηνιαία δαπάνη φτάνει τα 180 ευρώ, ωστόσο η κατανομή δεν είναι ισόρροπη. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δαπανούν σημαντικά μικρότερα ποσά, ενώ τα υψηλότερα επενδύουν πολλαπλάσια, γεγονός που δημιουργεί διαφορετικές εκπαιδευτικές «ταχύτητες» μεταξύ των μαθητών.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά η δαπάνη για φροντιστήρια μπορεί να απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους, ενισχύοντας τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες.
Ικανοποίηση αλλά και οικονομική επιβάρυνση
Παρά το υψηλό κόστος, η φροντιστηριακή εκπαίδευση αξιολογείται θετικά από σημαντικό ποσοστό πολιτών. Σχεδόν επτά στους δέκα γονείς και νέους δηλώνουν ικανοποιημένοι, ενώ πολλοί θεωρούν ότι είναι καθοριστική για την επιτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια η κοινωνία αναγνωρίζει και τις αρνητικές συνέπειες. Οι οικογένειες επιβαρύνονται οικονομικά, ενώ οι μαθητές αντιμετωπίζουν αυξημένη πίεση και εντατικοποίηση της καθημερινότητάς τους, γεγονός που αποτυπώνει τον διττό χαρακτήρα του θεσμού.
Φροντιστήρια ή ιδιαίτερα μαθήματα
Η σύγκριση μεταξύ φροντιστηρίων και ιδιαίτερων μαθημάτων αναδεικνύει διαφορετικά πλεονεκτήματα. Τα φροντιστήρια θεωρούνται πιο προσιτά και προσφέρουν ένα περιβάλλον κοινωνικοποίησης, ενώ τα ιδιαίτερα παρέχουν εξατομικευμένη διδασκαλία και μεγαλύτερη ευελιξία.
Η τελική επιλογή εξαρτάται από τις ανάγκες κάθε μαθητή, αλλά και από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, ενισχύοντας περαιτέρω τη διαφοροποίηση στην πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση.
Οι εκπαιδευτικοί και οι συνθήκες εργασίας
Η μελέτη αναδεικνύει και την «αθέατη» πλευρά του φαινομένου, που αφορά τους εκπαιδευτικούς. Πρόκειται κυρίως για νέους με υψηλό επίπεδο σπουδών, οι οποίοι όμως εργάζονται συχνά υπό συνθήκες επισφάλειας.
Χαμηλές αποδοχές, έντονη πίεση για αποτελέσματα, εξαντλητικά ωράρια και περιορισμένη εργασιακή σταθερότητα συνθέτουν την εικόνα ενός κλάδου που λειτουργεί με σημαντικές προκλήσεις, παρά τον κρίσιμο ρόλο που επιτελεί.
Η ποιότητα της φροντιστηριακής εκπαίδευσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ανθρώπινο δυναμικό, τις μεθόδους διδασκαλίας και την οργάνωση των προγραμμάτων. Ταυτόχρονα, το φαινόμενο εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση, γνωστή ως «σκιώδης εκπαίδευση».
Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά για ένα παγκόσμιο φαινόμενο που συνδέεται με την ιδιωτική εκπαιδευτική αγορά και τη διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη για ανταγωνιστικά εκπαιδευτικά προσόντα.
Διδασκαλία σε φροντιστήρια: Τι αλλάζει με τη νέα ψηφιακή διαδικασία
Τα συμπεράσματα της μελέτης οδηγούν στην ανάγκη ενίσχυσης του δημόσιου σχολείου, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση των οικογενειών από τα φροντιστήρια. Η δημιουργία δημόσιων δομών ενισχυτικής διδασκαλίας και ο περιορισμός του ρόλου των εξετάσεων αποτελούν βασικές προτάσεις.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη για καλύτερη εποπτεία της αγοράς και για προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, με στόχο τη διαμόρφωση ενός πιο δίκαιου και ισορροπημένου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος.
Δείτε τη μελέτη εδώ


